Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Ένα παντελόνι που ποτέ δε
θα μου στρώσει

Μία τρύπια τσάντα γεμάτη
αναμνήσεις

Ένα λευκό καλοκαίρι χωρίς
διακοπές γεμάτο (ξε)κούραση

ΤΩρα φοράω ένα φόρεμα ανάποδα
βάζω δύο σύννεφα στην τρύπια τσάντα
και πηγαίνω
προς τον εθνικό κήπο.

να βγω μια μέρα από το σπίτι
και να μη γράψω προσωπική ποίηση.
tabula rasa να είμαι
χωρίς ίχνη (συν)αισθημάτων
να σκέφτομαι τα άλλα
τα άσχημα και τα ανείπωτα
τους πεθαμένους ήλιους
μέσα σε τείχη πόλεων-κρατών
για έναν κόσμο χωρίς σκόνη
και χωρίς ηχορύπανση να γράψω
και να γελάμε και να κλαίμε
ταυτόχρονα -και όμορφα
Αφού λοιπόν τα λόγια
ξεπλένονται με τα σώματα

θα αφήσω χαίνουσες
τις
πληγές

και θα κολυμπήσω μαζί
με τη θάλασσα και τον
ουρανό

-θα βρέχει-

θα πιω μια ρώσικη βότκα
θα κουρέψω τα μαλλιά μου
και θα γίνω ένα με τη γη

Για να υπάρχω έτσι για πάντα
και να μην ξεχαστούν ποτέ

ούτε τα λόγια
ούτε τα σώματα.
μέσα σ' αυτή την τρύπα
που μεγάλωσα

θέλω να χώσω τη
μούρη μου για
πάντα.

τα γέλια κι οι χάρες
των περαστικών

θα βγουν απ' έξω
θα μείνουμε οι δυό μας
να πίνουμε καφέ
και να καπνίζουμε τσιγάρα.

βλεφαρίδα

μία βλεφαρίδα σου
θα μείνει
κολλημένη στο
πάτωμα

κι εγώ θα
ζωγραφίσω γύρω της
το τελευταίο σου
βλέμμα

-για να το πατάω
καθημερινά και να
αισθάνομαι καλύτερα.-

ένας χορός

ο κύριος και η κυρία
χορεύουν τανγκό
το μαύρο φουστάνι της τον
περικυκλώνει σα
πλοκάμια λερναίας ύδρας.

αυτός γέρνει το κεφάλι του
σε κάθε τύλιγμα
από ηδονή.

κάθε που τυλίγει, γέρνει.
κάθε που τυλίγει, γέρνει.

στο λαιμό. στο σώμα
τυλίγει
γέρνει

τυλίγει
γέρνει

στο στόμα τυλίγει
γέρνει
στα μάτια, στα μαλλιά τυλίγει
γέρνει

παντού και τον ρουφάει
όλον στο τέλος και
τον βάζει μέσα της.

ηδονή
και
το μαύρο στο μαύρο χάνεται.

στη θάλασσα

ήρθα μεσ' το καταχείμωνο στη θάλασσα, έβγαζα μία μία τις ανησυχίες μου, έβαζα το χέρι στην καρδιά και τις έβγαζα, τις ακουμπούσα στην αμμουδιά γύρω μου. σχημάτισαν έναν όμορφο κύκλο, στη μέση εγώ. σηκώθηκα, τις κοίταξα, τις αποχαιρέτισα μία μία προσωπικά, τις είπα θα τις θυμάμαι για πάντα, παρακάλεσα τη θάλασσα για ένα μεγάλο κύμα.
και ήρθε.
και τις πήρε.
φόρεσα τα ρούχα μου και αποχώρησα με ελαφριές πατούσες να μη με δει κανείς που πήγα και τις άφησα.
τις ανησυχίες μου

λευκό

ένας λευκός τοίχος
όπως οι λευκές επιταγές
τα λευκά όνειρα
τα λευκά φορέματα
λευκά ποδήλατα
μεσ' τις λεύκιες

τα ματωμένα
ματοτσίνορα
που τρεμοπαίζουν
στο κάλεσμα του αέρα

κοντεύουν να
αφήσουν για πάντα
τους λεκέδες αίματος
στο πρόσωπο

και να κάνουν
κόκκινα τα φρύδια
και τα μαλλιά.

ε, αφού μάλλον κόκκινη
γεννήθηκα
κόκκινη μάλλον θα πεθάνω.

μαζεύω τα γιατί μου

Γιατί να μη μπορώ
να σε θέλω για πάντα, όπως
είσαι και δε θ' αλλάξεις;

-μέσα μου το βάζω βαθιά

Γιατί να μη με κάνεις
να μπορώ να σε θέλω για
πάντα, όπως είσαι και δε
θ' αλλάξεις;

-από μέσα μου το βγάζω
και το πετώ στο χαρτί και
στον αέρα

Απ΄ τον αέρα το δυνατό
εξαφανίζεται, εξατμίζεται
και χάνεται στο κενό
μια κι έξω. -και ξεμπέρδεψα
καμιά φορά βρέχει τόσο
πολύ που το παλιό
παλτό που φορούσα στο
πρώτο μας ραντεβού
γίνεται
διάφανο απ' το πολύ νερό
και διαγράφει όλο μου το κορμί, ξεγυμνωμένη
νιώθω -διαγράφονται όλες μου οι αδυναμίες
και όλες μου οι κακές σκέψεις. ντρέπομαι,
το βάζω στα πόδια,
πατάω μια κραυγή
και χάνομαι στη Λαμπράκη.

σε κίνηση

το φως μας διαπερνά
όπως το βλέμμα τη σιωπή
τα τρίγωνα, τα ορθογώνια
και τα σχήματα που
παίρνει το πρόσωπο
σε κάθε άγγιγμα και
μορφή.
μη φοβάσαι
αργεί να ξημερώσει
ήταν κάποτε μία
γυναίκα που δεν μου
μιλούσε για μήνες
κι όταν άνοιξε το
στόμα της, βγήκαν
σωλήνες, υπόνομοι,
μουρμουρητά
άγχη
πάθη
μπλε και μαύρες
αράχνες
πολύχρωμα φίδια
νεκρά ποντίκια
και μακριά σκουλήκια
και αφού τα ξέρασε
-τα ξέρασε με δυσκολία-
είπε
"ικανοποιηθήκατε
τώρα σας;" και γύρισε για
ύπνο
στα πλουμιστά
   φουστάνια της.
slow (e)motion
τα κλαδιά μας έχουμε απλώσει
λεπτά, με στυλ και
διορατικότητα
ώσπου πνίξαμε το
γερμανικό παιδί
που μεγάλωνε μέσα μου
κι έμεινε μόνο η
αγάπη μας,
εγώ
κι εσύ.
σ' ένα όμορφο, δικό μας σπίτι.
καμιά φορά τύχαινε
να δω και κανά όνειρο
πως έρχεσαι λέει και
μου παίρνεις όλες τις έγνοιες
δε φεύγεις Βερολίνο για δουλειά
και ζούμε ευτυχισμένοι μαζί
σ' ένα ωραίο δικό μας σπίτι.

είναι άνετη η ζωή
δεν έχει αγκάθια
ούτε βαβούρα που δε
                     χρειάζεσαι.

μεθυσμένοι ρουφάμε τα πάντα
γύρω μας και πεθαίνουμε
δύο γέροι σ' ένα σπίτι
όμορφο και δικό μας
χωρίς πολλά προβλήματα
κι έγνοιες
και χωρίς να' χεις πάει εσύ
στο Βερολίνο.



μισώ τα αεροπλάνα γιατί μου παίρνουν όλους τους φίλους μακριά
δε γουστάρω Γερμανία πια
και κανένα Βερολινάκι.
δεν είμαι πολίτης του 
κόσμου εγώ πια
είμαι ταξιδευτής των 
βαλκανίων 
και πολύ μου είναι
ένας bregovic 
μιας χώρας φτωχικής
κι ένας 
πόε μεντιτερανέ.
ένας έλληνας 
με φλέβες τουρκικές 
και μια
ελλάδα-γερμανία 
1-0.
πόλεμος ή παιχνίδι;