Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

το τέλος του πάντα

τριάντα μαυροφορούσες
μας ακολουθούσαν 
όλο τον τελευταίο χρόνο
της ζωής μας
μας προμήνυαν το τέλος
του βιού μας
της αγάπης μας
αυτής της πρώτης
της στιγμιαίας
της επόμενης
της αληθινής
της πάντα

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

στο εν-διά-μεσο

μετά το τέλος
τα μαύρα είναι
και τα πιο λευκά

μετά το τέλος
πριν την αρχή

τα πιο λευκά
είναι πιο λευκά κι απ' τα λευκά
πριν την αρχή

στο ενδιάμεσο
όλα τα υπόλοιπα
είναι πάντα πολύχρωμα

στο εν-διά-μεσο

είναι

είναι που όταν κλείνω
τα μάτια,
βγαίνουν αστραπές
και εκρήξεις.
είναι που όταν ανοίγω
τα πόδια
χύνονται αίμα και ιδρώτας.
είναι που είμαι
ακόμη τόσο εσύ
που εσύ σε μένα
άλλο δεν είσαι.

πως














πως να λυτρωθείς
απ΄τον πόνο,
όταν οι λέξεις δε
φτάνουν πια για να
εκφραστείς.
πως να μυρίσεις
το αίμα που στάζει,
όταν κόβεσαι
και δε ματώνεις.
πως αλήθεια να σε
φτάσω εκεί που είσαι
πως αλήθεια να κατέβεις
εδώ που είμαι.
πως να ξαναγαπήσω
τα δάχτυλα των χεριών σου,
όταν ούτε χέρια δεν έχεις
πια, μήτε στόμα,
μήτε χείλη, μήτε
μαλλιά λίγα
για μένα.

θα

καμιά φορά
δε θα ξαναπώ
δε θα σε ξαναδώ ποτέ.
θα είσαι σαν τους έρωτες
που προχώρησαν και δεν
είπαν τίποτα, που έφυγαν
ένα βράδυ χωρίς προειδοποίηση.
θα διασχίζεις χαρούμενος
τους δρόμους του εξωτικού
εξωτερικού σου κι εμείς
θα αργοσβήνουμε στη λάσπη
και την καταντιασμένη μας
Ελλάδα. Ο αέρας θα είναι
τόσος λίγος πια που δε θα
μπορούμε να αναπνέουμε
όλοι απ' τον ίδιο
σιγά σιγά. Θα 'ρχεστε κι εσείς
τα καλοκαίρια, θα μας
παίρνετε τον υπόλοιπο μισό,
θα ξεχαστούμε και δε
θα μιλάμε πια. Ο καθένας
το δρόμο του.

εφτά κι εφτά ίσον δεκατέσσερα

7 ανέραστες ημέρες
14 εβδομάδες αλκοολικές
36 ανεπιθύμητες κουβέντες

τις πήρες όλες μαζί σου
στο τελευταίο σου ταξίδι
είπες δε θα μου τις επιστρέψεις
ποτέ. εγώ όμως είμαι εδώ
και περιμένω να μου φέρεις
πίσω τις παλιές μου τις ματιές,
τα αχάριστα τα χαμόγελά μου
που τα σκόρπαγα εδώ
κι εκεί, τις νύχτες του πάθους
μας, το σπίτι μας να το φέρεις
κι αυτό μαζί σου, τα ρούχα μου
που δεν τα 'χω βγάλει ακόμη
απ' τη βαλίτσα, τα δώρα που
σου έκανα, τον πρώτο μήνα
που σε γνώρισα και όλους
τους επόμενους, τα χείλη σου,
τα χέρια σου και μια
χούφτα αγάπη. Καλό ταξίδι.

το στοίχημα μιας βελόνας

το στοίχημα μιας βελόνας που
ζούσε στον υπόνομο
ήταν να κολυμπήσει
σαν πρωταθλήτρια
να βγει στην επιφάνεια
-δεν αντέχεται το έξω, το 'ξερε
αλλά ήθελε να ζήσει-
να σταθεί όρθια στη μύτη της
και να περπατάει καμαρωτή
καμαρωτή,
γυρεύοντας απλά
μια κλωστή
για να
ράψει τις πληγές της


δε θα φαίνομαι

θα μπω μέσα σ' έναν άσπρο κύβο
δε θα φαίνομαι. έτσι
θα βγω απ' το δωμάτιο
θα γέρνω μία αριστερά
μία δεξιά
σαν ένας πελώριος τετράγωνος
γίγαντας θα προχωράω
μία αριστερά μία δεξιά.
θα βγω απ' το δωμάτιο
θα μπω στο μπάνιο
θα βγω απ' τον κύβο
θ' αρχίσω να πλένω τα
χέρια μου με τα
δάκρυα των ματιών μου.
εκεί θα λυτρωθώ.

ποιος θα μιλήσει γι' αυτά;

ποιος θα μιλήσει για
σένα και για το φίλο του;

για τον ιδρώτα που χύνουμε
όταν κάνουμε έρωτα,
για τον ιδρώτα που χύνουμε όλη
μέρα στη δουλειά
για τους διαφορετικούς ιδρώτες
που έχουν διαφορετικό χρώμα,
για μένα και για σένα
και για μας;

κόκκινες (α)γωνίες

κόκκινες (α)γωνίες δρόμου
μαύρα πετσετάκια πόνου
κλαίνε για τη χαμένη μεσήλικη
ζωή μέσα στα γραφεία. αυτί
της ξέφρενης
αποδοχής του είναι μας

λευκές απουσίες



οι απουσίες έχουν διάφορα χρώματα. είναι κόκκινες γαλάζιες κίτρινες ροζ-σκούρο πράσινες μαβιές. οι λευκές απουσίες είναι όμως αυτές που πονάνε πιο πολύ απ' όλες. δεν μπορείς να τις κοιτάξεις κατάματα -το φως τους σε τυφλώνει. να τις σβήσεις δεν μπορείς -αλήθεια πως να σβήσεις το λευκό χρώμα; ακόμη και χρώμα να τις βάλεις, πάλι το λευκό θα επικρατήσει στο τέλος -όλα ξεθωριάζουν με τον καιρό και πλησιάζουν στο λευκό, το παρθένο, το νερωμένο.

high road

διανύουμε αυτή τη λεωφόρο
με χαμηλό φωτισμό
και γεμάτη λεύκες

δεξιά κι αριστερά
δεξιά κι αριστερά
δεξιά κι αριστερά

σκεφτείτε το
μακρύς δρόμος,
η καρδιά μου χτυπάει δυνατά
ψηλές λεύκες δεξιά κι αριστερά

ερημιά