Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Ένα παντελόνι που ποτέ δε
θα μου στρώσει

Μία τρύπια τσάντα γεμάτη
αναμνήσεις

Ένα λευκό καλοκαίρι χωρίς
διακοπές γεμάτο (ξε)κούραση

ΤΩρα φοράω ένα φόρεμα ανάποδα
βάζω δύο σύννεφα στην τρύπια τσάντα
και πηγαίνω
προς τον εθνικό κήπο.

να βγω μια μέρα από το σπίτι
και να μη γράψω προσωπική ποίηση.
tabula rasa να είμαι
χωρίς ίχνη (συν)αισθημάτων
να σκέφτομαι τα άλλα
τα άσχημα και τα ανείπωτα
τους πεθαμένους ήλιους
μέσα σε τείχη πόλεων-κρατών
για έναν κόσμο χωρίς σκόνη
και χωρίς ηχορύπανση να γράψω
και να γελάμε και να κλαίμε
ταυτόχρονα -και όμορφα
Αφού λοιπόν τα λόγια
ξεπλένονται με τα σώματα

θα αφήσω χαίνουσες
τις
πληγές

και θα κολυμπήσω μαζί
με τη θάλασσα και τον
ουρανό

-θα βρέχει-

θα πιω μια ρώσικη βότκα
θα κουρέψω τα μαλλιά μου
και θα γίνω ένα με τη γη

Για να υπάρχω έτσι για πάντα
και να μην ξεχαστούν ποτέ

ούτε τα λόγια
ούτε τα σώματα.
μέσα σ' αυτή την τρύπα
που μεγάλωσα

θέλω να χώσω τη
μούρη μου για
πάντα.

τα γέλια κι οι χάρες
των περαστικών

θα βγουν απ' έξω
θα μείνουμε οι δυό μας
να πίνουμε καφέ
και να καπνίζουμε τσιγάρα.

βλεφαρίδα

μία βλεφαρίδα σου
θα μείνει
κολλημένη στο
πάτωμα

κι εγώ θα
ζωγραφίσω γύρω της
το τελευταίο σου
βλέμμα

-για να το πατάω
καθημερινά και να
αισθάνομαι καλύτερα.-

ένας χορός

ο κύριος και η κυρία
χορεύουν τανγκό
το μαύρο φουστάνι της τον
περικυκλώνει σα
πλοκάμια λερναίας ύδρας.

αυτός γέρνει το κεφάλι του
σε κάθε τύλιγμα
από ηδονή.

κάθε που τυλίγει, γέρνει.
κάθε που τυλίγει, γέρνει.

στο λαιμό. στο σώμα
τυλίγει
γέρνει

τυλίγει
γέρνει

στο στόμα τυλίγει
γέρνει
στα μάτια, στα μαλλιά τυλίγει
γέρνει

παντού και τον ρουφάει
όλον στο τέλος και
τον βάζει μέσα της.

ηδονή
και
το μαύρο στο μαύρο χάνεται.

στη θάλασσα

ήρθα μεσ' το καταχείμωνο στη θάλασσα, έβγαζα μία μία τις ανησυχίες μου, έβαζα το χέρι στην καρδιά και τις έβγαζα, τις ακουμπούσα στην αμμουδιά γύρω μου. σχημάτισαν έναν όμορφο κύκλο, στη μέση εγώ. σηκώθηκα, τις κοίταξα, τις αποχαιρέτισα μία μία προσωπικά, τις είπα θα τις θυμάμαι για πάντα, παρακάλεσα τη θάλασσα για ένα μεγάλο κύμα.
και ήρθε.
και τις πήρε.
φόρεσα τα ρούχα μου και αποχώρησα με ελαφριές πατούσες να μη με δει κανείς που πήγα και τις άφησα.
τις ανησυχίες μου

λευκό

ένας λευκός τοίχος
όπως οι λευκές επιταγές
τα λευκά όνειρα
τα λευκά φορέματα
λευκά ποδήλατα
μεσ' τις λεύκιες

τα ματωμένα
ματοτσίνορα
που τρεμοπαίζουν
στο κάλεσμα του αέρα

κοντεύουν να
αφήσουν για πάντα
τους λεκέδες αίματος
στο πρόσωπο

και να κάνουν
κόκκινα τα φρύδια
και τα μαλλιά.

ε, αφού μάλλον κόκκινη
γεννήθηκα
κόκκινη μάλλον θα πεθάνω.

μαζεύω τα γιατί μου

Γιατί να μη μπορώ
να σε θέλω για πάντα, όπως
είσαι και δε θ' αλλάξεις;

-μέσα μου το βάζω βαθιά

Γιατί να μη με κάνεις
να μπορώ να σε θέλω για
πάντα, όπως είσαι και δε
θ' αλλάξεις;

-από μέσα μου το βγάζω
και το πετώ στο χαρτί και
στον αέρα

Απ΄ τον αέρα το δυνατό
εξαφανίζεται, εξατμίζεται
και χάνεται στο κενό
μια κι έξω. -και ξεμπέρδεψα
καμιά φορά βρέχει τόσο
πολύ που το παλιό
παλτό που φορούσα στο
πρώτο μας ραντεβού
γίνεται
διάφανο απ' το πολύ νερό
και διαγράφει όλο μου το κορμί, ξεγυμνωμένη
νιώθω -διαγράφονται όλες μου οι αδυναμίες
και όλες μου οι κακές σκέψεις. ντρέπομαι,
το βάζω στα πόδια,
πατάω μια κραυγή
και χάνομαι στη Λαμπράκη.

σε κίνηση

το φως μας διαπερνά
όπως το βλέμμα τη σιωπή
τα τρίγωνα, τα ορθογώνια
και τα σχήματα που
παίρνει το πρόσωπο
σε κάθε άγγιγμα και
μορφή.
μη φοβάσαι
αργεί να ξημερώσει
ήταν κάποτε μία
γυναίκα που δεν μου
μιλούσε για μήνες
κι όταν άνοιξε το
στόμα της, βγήκαν
σωλήνες, υπόνομοι,
μουρμουρητά
άγχη
πάθη
μπλε και μαύρες
αράχνες
πολύχρωμα φίδια
νεκρά ποντίκια
και μακριά σκουλήκια
και αφού τα ξέρασε
-τα ξέρασε με δυσκολία-
είπε
"ικανοποιηθήκατε
τώρα σας;" και γύρισε για
ύπνο
στα πλουμιστά
   φουστάνια της.
slow (e)motion
τα κλαδιά μας έχουμε απλώσει
λεπτά, με στυλ και
διορατικότητα
ώσπου πνίξαμε το
γερμανικό παιδί
που μεγάλωνε μέσα μου
κι έμεινε μόνο η
αγάπη μας,
εγώ
κι εσύ.
σ' ένα όμορφο, δικό μας σπίτι.
καμιά φορά τύχαινε
να δω και κανά όνειρο
πως έρχεσαι λέει και
μου παίρνεις όλες τις έγνοιες
δε φεύγεις Βερολίνο για δουλειά
και ζούμε ευτυχισμένοι μαζί
σ' ένα ωραίο δικό μας σπίτι.

είναι άνετη η ζωή
δεν έχει αγκάθια
ούτε βαβούρα που δε
                     χρειάζεσαι.

μεθυσμένοι ρουφάμε τα πάντα
γύρω μας και πεθαίνουμε
δύο γέροι σ' ένα σπίτι
όμορφο και δικό μας
χωρίς πολλά προβλήματα
κι έγνοιες
και χωρίς να' χεις πάει εσύ
στο Βερολίνο.



μισώ τα αεροπλάνα γιατί μου παίρνουν όλους τους φίλους μακριά
δε γουστάρω Γερμανία πια
και κανένα Βερολινάκι.
δεν είμαι πολίτης του 
κόσμου εγώ πια
είμαι ταξιδευτής των 
βαλκανίων 
και πολύ μου είναι
ένας bregovic 
μιας χώρας φτωχικής
κι ένας 
πόε μεντιτερανέ.
ένας έλληνας 
με φλέβες τουρκικές 
και μια
ελλάδα-γερμανία 
1-0.
πόλεμος ή παιχνίδι;

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

το τέλος του πάντα

τριάντα μαυροφορούσες
μας ακολουθούσαν 
όλο τον τελευταίο χρόνο
της ζωής μας
μας προμήνυαν το τέλος
του βιού μας
της αγάπης μας
αυτής της πρώτης
της στιγμιαίας
της επόμενης
της αληθινής
της πάντα

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

στο εν-διά-μεσο

μετά το τέλος
τα μαύρα είναι
και τα πιο λευκά

μετά το τέλος
πριν την αρχή

τα πιο λευκά
είναι πιο λευκά κι απ' τα λευκά
πριν την αρχή

στο ενδιάμεσο
όλα τα υπόλοιπα
είναι πάντα πολύχρωμα

στο εν-διά-μεσο

είναι

είναι που όταν κλείνω
τα μάτια,
βγαίνουν αστραπές
και εκρήξεις.
είναι που όταν ανοίγω
τα πόδια
χύνονται αίμα και ιδρώτας.
είναι που είμαι
ακόμη τόσο εσύ
που εσύ σε μένα
άλλο δεν είσαι.

πως














πως να λυτρωθείς
απ΄τον πόνο,
όταν οι λέξεις δε
φτάνουν πια για να
εκφραστείς.
πως να μυρίσεις
το αίμα που στάζει,
όταν κόβεσαι
και δε ματώνεις.
πως αλήθεια να σε
φτάσω εκεί που είσαι
πως αλήθεια να κατέβεις
εδώ που είμαι.
πως να ξαναγαπήσω
τα δάχτυλα των χεριών σου,
όταν ούτε χέρια δεν έχεις
πια, μήτε στόμα,
μήτε χείλη, μήτε
μαλλιά λίγα
για μένα.

θα

καμιά φορά
δε θα ξαναπώ
δε θα σε ξαναδώ ποτέ.
θα είσαι σαν τους έρωτες
που προχώρησαν και δεν
είπαν τίποτα, που έφυγαν
ένα βράδυ χωρίς προειδοποίηση.
θα διασχίζεις χαρούμενος
τους δρόμους του εξωτικού
εξωτερικού σου κι εμείς
θα αργοσβήνουμε στη λάσπη
και την καταντιασμένη μας
Ελλάδα. Ο αέρας θα είναι
τόσος λίγος πια που δε θα
μπορούμε να αναπνέουμε
όλοι απ' τον ίδιο
σιγά σιγά. Θα 'ρχεστε κι εσείς
τα καλοκαίρια, θα μας
παίρνετε τον υπόλοιπο μισό,
θα ξεχαστούμε και δε
θα μιλάμε πια. Ο καθένας
το δρόμο του.

εφτά κι εφτά ίσον δεκατέσσερα

7 ανέραστες ημέρες
14 εβδομάδες αλκοολικές
36 ανεπιθύμητες κουβέντες

τις πήρες όλες μαζί σου
στο τελευταίο σου ταξίδι
είπες δε θα μου τις επιστρέψεις
ποτέ. εγώ όμως είμαι εδώ
και περιμένω να μου φέρεις
πίσω τις παλιές μου τις ματιές,
τα αχάριστα τα χαμόγελά μου
που τα σκόρπαγα εδώ
κι εκεί, τις νύχτες του πάθους
μας, το σπίτι μας να το φέρεις
κι αυτό μαζί σου, τα ρούχα μου
που δεν τα 'χω βγάλει ακόμη
απ' τη βαλίτσα, τα δώρα που
σου έκανα, τον πρώτο μήνα
που σε γνώρισα και όλους
τους επόμενους, τα χείλη σου,
τα χέρια σου και μια
χούφτα αγάπη. Καλό ταξίδι.

το στοίχημα μιας βελόνας

το στοίχημα μιας βελόνας που
ζούσε στον υπόνομο
ήταν να κολυμπήσει
σαν πρωταθλήτρια
να βγει στην επιφάνεια
-δεν αντέχεται το έξω, το 'ξερε
αλλά ήθελε να ζήσει-
να σταθεί όρθια στη μύτη της
και να περπατάει καμαρωτή
καμαρωτή,
γυρεύοντας απλά
μια κλωστή
για να
ράψει τις πληγές της


δε θα φαίνομαι

θα μπω μέσα σ' έναν άσπρο κύβο
δε θα φαίνομαι. έτσι
θα βγω απ' το δωμάτιο
θα γέρνω μία αριστερά
μία δεξιά
σαν ένας πελώριος τετράγωνος
γίγαντας θα προχωράω
μία αριστερά μία δεξιά.
θα βγω απ' το δωμάτιο
θα μπω στο μπάνιο
θα βγω απ' τον κύβο
θ' αρχίσω να πλένω τα
χέρια μου με τα
δάκρυα των ματιών μου.
εκεί θα λυτρωθώ.

ποιος θα μιλήσει γι' αυτά;

ποιος θα μιλήσει για
σένα και για το φίλο του;

για τον ιδρώτα που χύνουμε
όταν κάνουμε έρωτα,
για τον ιδρώτα που χύνουμε όλη
μέρα στη δουλειά
για τους διαφορετικούς ιδρώτες
που έχουν διαφορετικό χρώμα,
για μένα και για σένα
και για μας;

κόκκινες (α)γωνίες

κόκκινες (α)γωνίες δρόμου
μαύρα πετσετάκια πόνου
κλαίνε για τη χαμένη μεσήλικη
ζωή μέσα στα γραφεία. αυτί
της ξέφρενης
αποδοχής του είναι μας

λευκές απουσίες



οι απουσίες έχουν διάφορα χρώματα. είναι κόκκινες γαλάζιες κίτρινες ροζ-σκούρο πράσινες μαβιές. οι λευκές απουσίες είναι όμως αυτές που πονάνε πιο πολύ απ' όλες. δεν μπορείς να τις κοιτάξεις κατάματα -το φως τους σε τυφλώνει. να τις σβήσεις δεν μπορείς -αλήθεια πως να σβήσεις το λευκό χρώμα; ακόμη και χρώμα να τις βάλεις, πάλι το λευκό θα επικρατήσει στο τέλος -όλα ξεθωριάζουν με τον καιρό και πλησιάζουν στο λευκό, το παρθένο, το νερωμένο.

high road

διανύουμε αυτή τη λεωφόρο
με χαμηλό φωτισμό
και γεμάτη λεύκες

δεξιά κι αριστερά
δεξιά κι αριστερά
δεξιά κι αριστερά

σκεφτείτε το
μακρύς δρόμος,
η καρδιά μου χτυπάει δυνατά
ψηλές λεύκες δεξιά κι αριστερά

ερημιά

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

το ξέρω


η αγάπη είναι κρυμμένη στους τοίχους
τρέχει γύρω γύρω
-όλα συμβαίνουν μέσα στους τοίχους-
ανακατεύεται το μυαλό μου
-από αγάπη και από έ ρ ω τ α-
όχι, δεν πίνω.
το μόνο που καταπίνω
είναι αυτή τη μανία σου όλα
να τα εξοντώνεις
και μαζί μ' αυτά και μένα.
αφού δεν το ξέρεις;
όσο κι αν αντέξεις
όσο κι αν προσπαθήσεις
μόνος σου ποτέ
όλο τον κόσμο
δε θα γνωρίσεις.

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

αύριο

να μ' αγαπάς μέχρι το τέλος (αυτού) του δρόμου
και μετά θα χωριστούμε χωρίς χθες.

έγκλημα

Πως ξεριζώνουν τα φυτά, έτσι
κι εμένα
οι μέρες
μου περνούν.
αδιάντροπα.
Με πόνους στο στομάχι
και το αίμα στο κρεβάτι
να δηλώνει την παρθενιά μου.

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

βουλιμία


Έχεις καμιά ωραία λέξη για σήμερα;
Είμαι θεονήστικη.
Θα την καταπιώ μονορούφι
κι αμέσως μετά θα την ξεράσω
στο επόμενο θύμα.

οι λέξεις

διαλυτικά.
τελείες:
άνω, κάτω.

αυτό είναι το ωραίο της γλώσσας.
που μπορείς απ' το άνω-κάτω,
να βγάλεις κάτι καλό.

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

la escalera de sus ojos


Το ψηλό εργαλείο της νύχτας των ματιών του ήταν που με έβαλε σ' αυτό το παιχνίδι του χαμένου παραδείσου για να γεράσω παρέα με την απέραντη σκάλα της θλίψης που με πλακώνει και την ανεβαίνω αργά αλλά σταθερά, για να φτάσω πάνω από τα σύννεφα να αγγίξω τον ουρανό και να παίξω με τους υπόλοιπους φίλους του και αυτόν στη χαμένη, κολασμένη και αληθινή κόλαση του εαυτού μου.



Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

εγκεφαλικό επεισόδιο #1


"Ένας backpacker λιποτάκτης στην Ανατολή"


**Οι πιο ωραίες μου στιγμές είναι εκείνες, όταν, από την όση παιδική φαντασία που μου έχει απομείνει, φτιάχνω τις ιστορίες των ταξιδιών σου και με την μηδαμινή σχεδιαστική ικανότητα που έχω, σε ζωγραφίζω σαν καρικατούρα, ακριβώς έτσι, όπως σε θυμάμαι την τελευταία φορά που σε φίλησα.



Στο σημερινό επεισόδιο όλα έχουν μια γεύση από καφέ και κίτρινο. Κίνηση και φασαρία. Οι κόρες των ματιών σου δεν μπορούν να βρουν την ησυχία τους και δεν έχουν σταματήσει ούτε λεπτό να γκρινιάζουν. Όσο όμως κι αν τα μάτια σου πονούν, άλλο τόσο τα πόδια σου αντέχουν. Δεν το βάζουν κάτω και με μία δυτική φορεσιά για καμουφλάζ χάνονται στους δρόμους των μπαχαριών και των ανατολίτικων μουσικών.
Για πρώτη φορά αισθάνεσαι πράγματα που δεν έχεις αισθανθείς ποτέ ξανά στη ζωή σου.
Βλέπεις, ακούς και κυρίως μυρίζεις! Μυρίζεις! Αυτή τη μυρωδιά δεν θα την ξεχάσεις ποτέ.
Και να' ταν μόνο μία... 
Λες και ένας γίγαντας από άκρατο θυμό ή πάνω σε απίθανο κέφι έσπασε ένα τεράστιο μπουκάλι με όλα τα αρώματα κι αρωματάκια του κόσμου.

Μοναχικός καβαλάρης του εαυτού σου. Ένας cowboy της Δύσης, λιποτάκτης, ξύπνησες μια μέρα από ύπνο βαθύ στα βάθη της Ανατολής.

--Η αλήθεια είναι πως ούτε ο ίδιος καλά καλά δεν έχει καταλάβει αν κοιμάται ή αν είναι ξύπνιος. Αυτή τη βόλτα στις αγορές, τα παζάρια, τα αφεψήματα και τις όμορφες γυναίκες έχει χρόνια που την ξεκίνησε και ακόμα να την τελειώσει.. Αυτός πιστεύει πως δεν τελειώνει ποτέ και ότι ακόμη και όταν ο ίδιος "τελειώσει", η βόλτα του θα συνεχιστεί για πολλούς αιώνες ακόμη.

Ένας backpacker, ένας σύγχρονος λιποτάκτης του δυτικού πολιτισμού στις αχανείς αγορές της Ανατολής, μέσα σε σκόνες από μπαχάρια. Λες και κάθε τρεις και λίγο σκάνε εδώ κι εκεί μπαλόνια που έχουν μέσα τη σκόνη όλης της Αθήνας. Τριγυρνάει μόνος στο Νέο Δελχί με μοναδική παρέα τη λάμψη των ματιών του, τις σκέψεις του μυαλού του και τα λόγια των περαστικών που μοιάζουν με μια μεγάλη μπάλα από φωνές δεμένες μεταξύ τους τόσο σφιχτά που δύσκολα τρυπώνεις ανάμεσά τους. Αυτή η μπάλα δεν έχει γένος και λέγεται βαβούρα. Αυτή η βαβούρα τον ενοχλεί απελπιστικά. Αυτή η βαβούρα που σαν τέρας ορθώνεται σε κάθε μέρος με μεγάλη πυκνότητα πληθυσμού, δηλαδή σε κάθε μεγάλη πόλη. Είναι λιποτάκτης της φασαρίας, της βαβούρας και του δυτικού άστεως. Μόνο εκεί βρίσκει τον εαυτό του και τις ρίζες του με τη γη και τη μητέρα φύση, στην Ανατολή. Εκεί που ο χρόνος είναι σταματημένος και μπλοκαρισμένος, εκεί που δεν ξέρει κανείς, αν έχει ήδη ξυπνήσει σ' αυτή τη ζωή ή αν περιμένει την επόμενη φορά που θα ξυπνήσει για να ζήσει.

Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

μαύρο














                                                                                                                                                                
σήμερα το αγαπημένο μου χρώμα είναι το μαύρο
μέχρι αύριο δε θα πεινάσω
μόλις χθες πέθανα

τώρα ζω σ' έναν κόκκο άμμου
όλα είναι άσπρα
και δεν ξεχωρίζω από κανέναν

μόνο τότε είναι όλα άσπρα,
όταν δε σκέφτομαι πολύ.

όταν λίγο παραπάνω σκεφτώ,
τελικά καταλαβαίνω,
ότι το αγαπημένο μου χρώμα είναι το μαύρο.
αμέσως πεινάω
και αρχίζω πάλι να ζω.

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

η μεγάλη @α

θέλω να με πας μια μεγάλη @α
τον παρακαλούσα για 25 ολόκληρα χρόνια
αν είσαι καλό κορίτσι, θα σε πάω

κι εγώ ήμουν καλό κορίτσι για 25 ολόκληρα χρόνια
και πήγαμε αυτή τη μεγάλη @α
η οποία αποδείχθηκε μεγάλη π@@α

και γι’ αυτό από τότε
άλλαξα και προφίλ και χαρακτήρα και όνομα και σώμα και όλα
και μέσα κι έξω.
δεν είμαι πια καλό κορίτσι,
ούτε και παρακαλάω κανέναν για τίποτα

και για πάντα όμως τον ευχαριστώ που μου γνώρισε
την @α που αποδείχθηκε π@@α,
γιατί τώρα μόνη μου μπορώ 
και να περπατήσω και να προχωρήσω.


hint: όπου @, διαβάζουμε το γνωστό σε όλους μας "ατ".

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

25 χρόνια φαγούρα



Ένα βάζο με μαραμένα λουλούδια είναι ακουμπισμένο στο ίδιο σημείο για 25 ολάκερα χρόνια. Και αυτός το ποτίζει κάθε μέρα περιμένοντας να βγάλει κανένα άνθος. Το ίδιο βάζο, στο ίδιο σημείο, κάθε μέρα, την ίδια ώρα το ποτίζει λες και είναι δοχείο ηδονής. Αυτό το βάζο μου την έδωσε χθες στα νεύρα και το έσπασα και δεν το ξανασκέφτηκα από τότε.                    Επιτέλους, μήπως σταματήσουν να το ποτίζουν.                             Βαρέθηκα πια.

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Του κουτιού !



Καταρχήν είμαστε του κουτιού. Είμαστε η γενιά του κουτιού, των συσκευασιών και των κουτιών. Των κουμπιών, των υπολογιστών, των κινητών, των ταξιδιών, των φωτογραφικών μηχανών, των μπλογκ, των πληθυντικών αριθμών, των ποιητών, των τεχνών, των 590,05 ευρώ, των ονείρων, των ανεκπλήρωτων, των πολλών και των λίγων, των αμετάκλητων και των διστακτικών, των ανεύθυνων, των παλαιών, των συντηρητικών, των ρούχων και των καλλυντικών, των παπουτσιών, των θεαμάτων και των λυγμών. Των δικών μας των παιδιών και όχι των δικών σας.

  Εκτός από όλα αυτά, είμαστε και δύο ερωτευμένοι νέοι που προσπαθούν να αρνηθούν την ιδέα του κουτιού και τις ιδέες που παράγονται μέσα στα κουτιά. Δε βλέπουμε τηλεόραση, αρνούμαστε να την έχουμε καν σαν έπιπλο για να ξαπλώνει το σεμεδάκι της γιαγιάς. Είμαστε όμως internet freaks. Ναι, αυτό είμαστε. Μας αρέσει όμως να γεμίζουμε τη ζωή μας με τα πραγματικά χρώματα. Να πηγαίνουμε τα Σάββατα βόλτα με τις φωτογραφικές μας μηχανές στις γειτονιές. Να πηγαίνουμε σινεμά. Να μαθαίνουμε πράγματα ο ένας στον άλλον. Να διαβάζουμε παρέα και να μαζευόμαστε στο σπίτι με τους φίλους μας. Φοβόμαστε το απόλυτο σκοτάδι. Μας αρέσει η ζωή έξω από το κουτί. Μας αρέσει το κόκκινο που τρέχει και δεν το προλαβαίνουμε.

κείμενο Δέσποινα Γερασιμίδου